ανακραυγάζω

ανακραυγάζω

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ανακραυγάζω" в других словарях:

  • ανακραυγάζω — (Α ἀνακραυγάζω) φωνάζω δυνατά, κραυγάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + κραυγάζω < κραυγή. ΠΑΡ. αρχ. ἀνακραύγασμα] …   Dictionary of Greek

  • ἀνακραυγάζειν — ἀνακραυγάζω cry aloud pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακραυγάζων — ἀνακραυγάζω cry aloud pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακραυγάσαντι — ἀνακραυγάζω cry aloud aor part act masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακραυγάσας — ἀνακραυγά̱σᾱς , ἀνακραυγάζω cry aloud fut part act fem acc pl (doric) ἀνακραυγά̱σᾱς , ἀνακραυγάζω cry aloud fut part act fem gen sg (doric) ἀνακραυγάσᾱς , ἀνακραυγάζω cry aloud aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακραυγή — η δυνατή φωνή, κραυγή, ξεφωνητό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + κραυγή. ΠΑΡ. ανακραυγάζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1840 στο Ιταλοελληνικό Νομοτεχνικό Λεξικό] …   Dictionary of Greek

  • ανακραύγασμα — ἀνακραύγασμα, το (Α) [ἀνακραυγάζω] κραυγή, ξεφωνητό …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»